Στο μυαλό του Συγγραφέα: Ιβάν Μπούνιν

Ιβάν Μπούνιν: Η ζωή του Αρσένιεφ

Υπήρχε μια εποχή στη ζωή του Αποστόλη Κ που έπρεπε να ταξιδεύει σε διάφορα μικρά χωριά της ελληνικής επαρχίας για δουλειές. Σε ένα από αυτά έτυχε να γνωρίσει τον Πιοτρ, ένα Ρώσο θεριστή που είχε εγκατασταθεί στην Ηλεία δύο δεκαετίες ήδη. Τα πολύ καλά ελληνικά του και η βαριά προφορά με τα οποία τα έλεγε είχαν μια υπνωτιστική επίδραση στον Αποστόλη, που συνήθιζε μόνο να ακούει και σπάνια να παρεμβαίνει όταν είχε τον Πιοτρ στην παρέα του.

«…Όταν ήμασταν ακόμα έφηβοι με τον αδερφό μου ζούσαμε με τους γονείς μας στη ρωσική επαρχία. Δεν ήμασταν παρά μικρά παιδιά, αλλά η ζωή μας ήταν γεμάτη ενέργεια και χρώμα. Δεν χάναμε ευκαιρία να εξερευνούμε τις γωνιές του κόσμου μας, που τότε έφτανε ως το φράχτη του υποστατικού μας. Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις μέρες! Εξερευνούσαμε το στάβλο, το ιπποστάσιο, την αποθήκη με τις άμαξες, τ’ αλώνι, τη Βάθη, το Βίσελκι… Ψάχναμε ανάμεσα στα κλωνάρια να βρούμε καινούριους άγριους καρπούς να δοκιμάσουμε, όχι γιατί πεινούσαμε, αλλά για να γίνουμε ένα με αυτόν τον ολόκληρο κόσμο γύρω μας».

Ο Αποστόλης Κ αυτή τη φορά δυσκολευόταν να υπνωτιστεί, άφησε όμως τον Πιοτρ να συνεχίσει.

«Κάποτε ξεθαρρέψαμε, και μπήκαμε στο ιπποστάσιο, που ήταν απαγορευμένο για μας. Εκεί, τα άλογα μασούλιζαν δυνατά σανό και βρώμη, και αναρωτιόμασταν αν τα άλογα κοιμούνται όρθια. Μείναμε κλεισμένοι εκεί ένα βράδυ, και κοιτούσαμε ένα νεαρό άλογο σιγά-σιγά και με άκομψες κινήσεις να ξαπλώνει στο παχνί και να τον παίρνει. Πόσο ενθουσιασμένοι ήμασταν!»

Ο Αποστόλης Κ είχε αρχίσει να ξυπνάει για τα καλά. Κάποιες νύχτες για να τον πάρει ο ύπνος έβαζε καμιά ταινία στην τηλεόραση, αλλά αν της έλειπε υπόθεση ξαγρυπνούσε χειρότερα, σα να περίμενε κάτι να συμβεί.

«Κι έπειτα οι μυρωδιές!» συνέχισε ο Πιοτρ. «Μυρίζαμε τα πάντα, σαν να μαθαίναμε έτσι το πραγματικό όνομα των πραγμάτων. Μυρίζαμε τα αγριόχορτα, τα μεγάλα πράσινα κοτσάνια από τα κρεμμύδια, τα τραγανά αγγουράκια, τις ψηλές τσουκνίδες, μυρίζαμε τις φωλιές των πουλιών, το χωράφι μετά τη βροχή, το στάβλο, τα πλυμένα της μάνας μας, το κανναβόπανο των παντελονιών μας, τη γκλίτσα του πατέρα μας, αχ! Επίσης μυρίζαμε τις σμεουριές, τη σκύλα μας τη Ντάρμα, το γέρικο πουλάρι μας-»

«Με κανέναν άλλο άνθρωπο δε μιλούσατε;» διέκοψε ο Αποστόλης.

«Ναι, με τον Ντμίτρι, ένα νεαρό βοσκό, αλλά μόνο όταν πηγαίναμε στο διπλανό χωριό. Κι εξάλλου δε μας άρεσε να μιλάμε πολύ, πιο πολύ μυρίζαμε πράγματα».

«Και, για παρέα τι κάνατε;» ρώτησε ο Αποστόλης, αποφασισμένος να βγάλει ζουμί από την όλη ιστορία.

«Είχαμε τον Ντμίτρι. Καλή μύτη».

«Όχι, όχι, εννοώ, για παρέα, ξέρεις».

«Α, ναι, είχαμε την Νιέτοτσκα»

«Αα, και ήταν ωραία αυτή η Νιέτοτσκα»;

«Καλή, αλλά το πλούσιο λευκό και μυρωδάτο μαλλί της μας δυσκόλευε να κάνουμε τη δουλίτσα μας».

Ο Αποστόλης Κ δεν ήθελε να τα ξέρει όλα αυτά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s